Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

Ογκαρίσματα ΄Ονων ή Γαϊδάρων


του Ωμεγάλφα

O Γάϊδαρος, γάδαρος ή γαϊδούρι, ο μεσαιωνικός Αείδαρος στό θηλυκό γένος γαϊδάρα, γαδάρα ή γαϊδούρα καί στήν καθαρεύουσα΄Oνος, είναι κατοικίδιο καί συνανθρωπευόμενο εξημερωμένο θηλαστικό ζώο, πού ανήκει στήν τάξη περισσοδάκτυλα. Η επιστημονική του ονομασία είναι Epuus asinus, είναι, δηλαδή, ένα είδος τού γένους Ίππος «άλογο» (Epuus).

Πρόκειται γιά ζώον πού φημίζεται γιά τήν παροιμιώδη υπομονή του.΄Από τήν διασταύρωση Ιππου (συγκεκριμένα Φοράδας) καί γαϊδάρου προέρχεται ο Ημίονος! (τό μουλάρι), ενώ από τήν διασταύρωση Ίππου καί Γαϊδάρας προέρχεται ο γίννος. Παλαιότερα οι άνθρωποι τόν χρησιμοποιούσαν καί σάν μεταφορικό μέσο. Καί μήν ξεχνάμε αυτό τό ζώον είναι πού όπου περπάτησε, «χάραξε» καί πρωτοάνοιξε τούς δρόμους μας!!! παντού στήν Πατρίδα μας! σταθερά, οριστικά καί αμετάκλητα. Στήν ‘Ελλάδα μας υπήρχαν 508.000 γαϊδούρια τό 1950, 95.000 τό 1995 καί λιγότερα από 16.000 τό 2008!!! Γιά τό 2016 ή 2017; ρωτήστε τά κατά τόπους γραφεία επιδοτήσεων γαϊδάρων ή τά ανάλογα αρμόδια πού, θεωρούν τά Παιδιά μας καί τήν Τεκνοποιία μας Τεκμήριο διαβίωσης! Μιλάμε, βέβαια, γιά τόν Epuus asinus ή γομάρι γιατί τά μεταφορικώς νοούμενα γαϊδούρια ή γομάρια αυξάνονται μέ εκθετικό τρόπο, μετά επιδοτήσεων βεβαίως-βεβαίως! από προγράμματα τής εόκ.


Πρωταγωνιστής σέ πολλούς Μύθους, Παροιμιόμυθους καί Σάτυρες από τήν εποχή τού Προπαππού μας Αίσώπου, είναι ο Γάϊδαρος. ΄Από τά Γάδαρα τής Συρίας, όπου μετά από πολλές διασταυρώσεις Ονάγρων, προέκυψε ο συμπαθέστατος γάϊδαρος. Μάλλον η ορθότερη γραφή είναι γάδαρος αντί τού συνηθισμένου γάϊδαρος.΄Ο αρχαίος μας Όνος, εκ τού Όνος > ονέω = ωφελώ, χρησιμεύω. Όνος, όμως, είναι καί: είδος ιχθύος, σκουλήκι ξύλου, η επάνω πέτρα τού μύλου, άτρακτος μηχανής πρός έλξη βαρέων σωμάτων.΄Οναγός (άγω), ονηγός (α>η), ονηλάτης (ελαύνω), όναγρος (άγριος), ονάς, ονεία, ονείον, ονικός, όνειος, ονίς, ονιαία, ονίσκος, ονοβατέω, ονοειδής, ονοθήλεια.

Πού μένει τό ζώον; Κατ΄ αρχήν ενδημεί σέ όλες τίς Χώρες πέριξ τής Μεσογείου. Κατοικίδιον ζώον είναι ο γάϊδαρος, αλλά αυτό δέν σημαίνει ότι μένει μέσα σέ σπίτι. Ούτε κάν επί τής στέγης (όπως λέμε Γάϊδαρος στά κεραμίδια) ή σέ κάποιο Γαϊδουρονήσι. Στό Καρπενήσι καί στίς γύρω περιοχές πάντως, σίγουρα. ‘Όπως επίσης σέ όλη τήν ‘Ελληνική μας Ύπαιθρο καί στά Νησιά μας. Θυμηθείτε επίσης γιά λίγο πώς σέ κάποια κοσμοπολίτικα νησιά μας μονοπωλεί τό ενδιαφέρον τών τουριστών! μέ τόν τρόπο του. Έχει τό «δικό» του οίκημα καί εκεί συγκατοικεί μέ τό άλογο, τό μουλάρι μ’ όλα τά άλλα οικόσιτα καί βοοειδή. Τό αχούρι. Η λέξη ετυμολογείται από τό αχυρών (καθομιλουμένη αχυρώνας).΄Αρχικά λεγόταν αχύριος > αχύριον. Κάνουν μέγιστο λάθος όσοι τό ετυμολογούν από τό Τουρκικό ahir. Μάλλον οι Τούρκοι τό πήραν από τούς Βυζαντινούς. Πρίν, ήσαν νομάδες, είναι μογγολικής, αρπακτικής, ληστρικής καταγωγής καί δέν είχαν μόνιμα οικήματα γιά τούς εαυτούς τους, πόσω μάλλον γιά τά υποζύγια. Τό αχούρι είναι πρότυπο ακαταστασίας, καί γι' αυτό λέμε ακόμα γιά τόν ακατάστατο άνθρωπο πού έχει ατακτοποίητο τό δωμάτιο του: "Πώς ζείς σ΄ αυτό τό αχούρι;". Χρησιμοποιούμε όμως, καί τό: "ρέ σε στάβλο γεννήθηκες;". Ο στάβλος είναι συνώνυμη λέξη μέ τό αχούρι. Τό λεξικό ΣΟΥΙΔΑ αναφέρει: Όνείον εν ώ οι όνοι ίστανται, ειδικό οίκημα γιά γαϊδούρια.΄Εκεί, αλλά καί καθ΄ οδόν κάνει τίς ονίδες του (τά τών όνων αποπατήματα

Πού καί τί τρώει τό ζώον; Εκτός από ελευθέρας βοσκής πού τρώει χόρτα, γαϊδουράγκαθα, βόσκει σέ λιβάδια, τρώει καί σέ ένα ξύλινο κατασκεύασμα ή κοίλωμα σέ χονδρό ξύλο, πού βρίσκεται μέσα στόν στάβλο (αχούρι), όπου καί τοποθετείται η τροφή τών υποζυγίων (κυρίως άχυρα ή κριθάρι). Η φάτνη λέγεται καί τό παχνί, παρά τό φαγείν φάγνη > φάτνη. ΚΔ Λουκ.2,7 "έτεκε τόν υιόν αυτής τόν πρωτότοκον, καί άνέκλινεν αυτόν έν τή φάτνη", καί Λουκ. 13,15 «ου λύει τόν βούν αύτού ή τόν όνον άπό τής φάτνης καί άπαγαγών ποτίζει». Κάλαντα Χριστουγέννων: "..έν τώ σπηλαίω τίκτεται, έν φάτνη τών άλογων..".΄Αργότερα, κατά συνεκδοχήν, όλο τό σπήλαιο – στάβλος όπου εγεννήθη ο Ιησούς τό λέμε φάτνη.

Τί πίνει τό ζώον;΄Ασφαλώς δέν τά πίνει σέ ταβέρνα, αφού σπάνια έχει φίλους, ούτε σέ μπάρ. Πίνει μοναχός του μόνο νερό νά ξεδιψά, καί μάλιστα τό επιθυμεί σφόδρα ΚΑΘΑΡΟ καί τρεχούμενο! Προτιμά νά ψοφήσει από τήν δίψα, παρά νά πιεί από ακάθαρτο μέρος ή σκεύος, τό Ζώον. (Παρέκβαση: Άδειασα, εγώ ο Χωριάτης, πρίν λίγα χρόνια σέ έναν κουβά, πέντε (5) φιάλες εμφιαλωμένου νερού τού 1 ½ λίτρου - δέν κάνει νά σάς γράψω ποιά μάρκα! - καί έδωσα στόν διψασμένο γάϊδαρο νά τό πιεί! Πού νά τό πιεί!΄Ακόμα μέ κλωτσάει ο αναιδέστατος! καί γκαρίζει.)


Τί φοράει τό ζώον; Σαμάρι!. (από σαγμάριον < Σάγμα) Στόν ίππο (άλογο) φοράμε σέλα. Τό σαμάρι τό κατασκευάζει ο σαμαράς ή σαγματοποιός στό σαγματοποιείο ή σαμαράδικο. (Ένα κιλίμι, μιά κουρελού ή μια χοντρή τσόχα (σαμαροσκούτι) τοποθετείται κάτω από τό σαμάρι. Τό γαϊδούρι μέ σαμάρι έχει στιγματιστεί καί συσχετισθεί μέ τήν υποτέλεια. Ο σαμαρωμένος γάϊδαρος επιδεικνύει καί γαϊδουρινή υπομονή. Γι' αυτό ο αναίσχυντος χαρακτηρίζεται «γαϊδούρι ξεσαμάρωτο» (άγριο, ασελγές, ατίθασο, βρωμερό). Τού φοράνε καί χαμούτια ή γκέμια ή χαλινάρια ή ηνία καί καπίστρι, λαιμαριά, παρωπίδες, ακόμα καί πέταλα γιά ορθοπεδική βάδιση καί ματόχαντρα γιά τήν αποφυγή τής βασκανίας. Όλα αυτά τά συμπράγκαλα ονομάζονται μέ τό γενικό όνομα σαγή, εκτός τών πετάλων!

Παρομοιώσεις: 

Τόν γάϊδαρο τόν χαρακτηρίζει τό γαϊδουρινό πείσμα η περίφημη γαϊδουρινή υπομονή, καί η γαϊδουρινή συμπεριφορά.΄Αντίστοιχοι χαρακτηρισμοί δίνονται σέ όμοιους ανθρώπους. Η ιδιότητα ή η συμπεριφορά τού γαϊδάρου λέγεται «γαϊδουριά», (κατά τό ανθρωπιά) π.χ. «Ήταν μεγάλη γαϊδουριά νά μήν τού ευχηθεί στήν γιορτή του». Σπανίως δίνονται ονόματα στίς συμπεριφορές ζώων. Μιλάμε πολλές φορές γιά «λεονταρισμούς» καί «στρουθοκαμηλισμούς» αλλά όχι βοδισμούς, γατισμούς (άν καί έχουμε «γατήσια μάτια») ή σκυλισμούς (άν καί δουλεύουμε «σκυλίσια» ή τά λατρεύουμε διαστροφικά τά σκυλιά μέχρι υπερβολής, μάλιστα, οι φιλόζωοι!!!). Οι ΄Αρχαίοι ‘Έλληνες χρησιμοποιούσαν τό γαϊδούρι σέ παρομοιώσεις γιά νά χαρακτηρίσουν κάποιον βραδύ.΄Ανταγωνισμός υπάρχει γιά τόν γάϊδαρο σέ όλες τίς παρομοιώσεις: Έχουμε ισότιμα: Μουλαρίσιο πείσμα, καί ρήμα μουλαρώνω = πεισματώνω, Ιώβειο υπομονή, (από τόν Βιβλικό Ιώβ), Κτηνώδη συμπεριφορά, πού ξεπερνάει τήν γαϊδουρινή.

Παροιμίες «γαϊδουρινές» - Πανελλήνιες (σταχυολογήματα)

Όποιος ακολουθάει γάϊδαρο, ακούει καί τίς πορδές του.
Δέν μπορεί νά δείρει τόν γάϊδαρο, δέρνει τό σαμάρι.
Κάλλιο γαϊδουρόδενε, παρά γαϊδουρογύρευε.
Πού νά σέ δώ στόν γάϊδαρο καβάλα!
Όποια δέν κάθεται καλά καί κάνει εργολαβία, στόν γάϊδαρο καί στόν παπά καί στήν αστυνομία.
Δυό γάϊδαροι μαλώνανε σέ ξένον αχυρώνα.
Κάποιου χάριζαν γάϊδαρο, καί τόν κοίταγε στά δόντια.
Μεγάλωσε τό γαϊδουράκι, μίκρυνε τό σαμαράκι.
Αλλιώς λογιάζει ο γάϊδαρος κι αλλιώς ο γαϊδουριάρης
΄Αντί νά σειέται ο γάϊδαρος, σειέται τό σαμάρι.
Δεμένος ο γάϊδαρος, αναπαυμένος ο νοικοκύρης.
Δέν τό‘χω γιά τόν ψόφο τού γαδάρου μου, όσο γιά τά ρωτήματα τού κόσμου.
Εδέθη ο γάϊδαρος κ΄ ελύθη κ΄ εδέθη, οπού τού μοιάζει.(Γιά ανθρώπους ανίκανους πού δέν μπορούν νά διατηρήσουν μία θέση καί γυρνάνε στά ίδια).
Έδεσε τόν γάϊδαρό του. Διασφαλίσθηκε, εξασφάλισε τό «μέλλον» του!
Είπε ο γάϊδαρος τόν πετεινό κεφάλα.
΄Ο γάϊδαρος στόν γάμο; ή γιά νερό ή γιά ξύλα.
Σιγά μή στάξει η ουρά τού γαϊδάρου.΄Απόλυτη αδιαφορία.
Έκανα τόν γάϊδαρο καί ετούρλωσε τ΄ αυτιά του, καί πήρε τό σαμάρι του καί πήγε στήν κυρά του.
Μικρό γαδούρι, πάντα πουλάρι.
Μισοκουρεμένη ουρά, τού γαδάρου πεθερά.
Ξερακιανός γάδαρος, ξαλειμός στόν αχερώνα.
Μαντζουράνα στό κατώϊ, γάϊδαρος στά κεραμίδια.΄Η φράση στά λατινικά ήταν asinus in tegulis καί λέγονταν γιά νά δηλώσει κάτι τό παράξενο. Η ‘Ελληνική έκδοση λέγεται γιά τίς ασυνάρτητες ομιλίες, καί εν γένει γιά κάθε ασυναρτησία συμπεριλαμβανομένων καί τών ασυνάρτητων ανθρώπων, πού δέν μπορούμε νά τούς έχουμε εμπιστοσύνη.
Γάϊδαρος είν' ο γάϊδαρος, άν εφορεί καί σέλλα, κ' η γριά κι άν εμορφίζεται, δέν γίνεται κοπέλα. (Επτάνησα)
Ήταν στραβό τό κλήμα, τό ’φαγε κι ο γάϊδαρος κι αποστράβωσε.
Μήτ' ο σκύλος τρώει τ' άχυρο, μήτε τόν γάϊδαρο αφήνει.
Νάμουν τόν Μάη γάϊδαρος, τόν Αύγουστο Κριάρι! όλο τόν Χρόνο Κόκκορας, καί Γάτος τόν Γενάρη! Εννοείται πώς εδώ, δέν θά γίνει ουδεμία μνεία γιά τίς σεξιστικές του επιδόσεις, ποιοτικώς καί ποσοτικώς. Οι «γάδαροι» οι «γαδάρες» κι όλα τά κτηνά, ξέρουν…
Νά σηκωθεί ο άνθρωπος νά κάτσει ο γάϊδαρος.
Νά σωπάσει ο άνθρωπος νά «μιλήσει» τό γαϊδούρι.
Ο γάϊδαρος είν' γάϊδαρος καί άς εφορεί καί σέλα.
Ο κουζουλός ο γάϊδαρος, πάντα πουλάρι δείχνει.
Όλοι μέ χρυσά βελούδα, ποιός τά βόσκει τά γαϊδούρια;
Όταν ψοφήσουν τ' άλογα, έχουν τιμή τά γαϊδούρια.
Σέ ξένο γάϊδαρο καβάλα γρήγορα καί κατέβα γρήγορα.
Σού χαρίζουν γάϊδαρο! καί τόν κοιτάς στά δόντια;
Τόν γάϊδαρο, όσο καί νά τόν στολίσεις, άλογο δέν γίνεται.
Τόν άρχοντα καί γαϊδούρι νά τόν ‘δείς! μήν τόν καβαλικέψεις.
Τό μισιακό γαϊδούρι, τό τρώει ο λύκος.


Καί άλλες γαϊδουρίσιες παροιμίες, αρχαίες:

Όνος άγει μυστήρια!
Τό γαϊδούρι μεταφέρει τά Μυστήρια. Κατά τά΄Ελευσίνια Μυστήρια τά γαϊδούρια μετέφεραν τά χρειαζούμενα από τήν Αθήνα στήν Ελευσίνα. Γιά ανθρώπους πού δέν ξέρουν κάτι καί όμως, καταπιάνονται μέ αυτό.
΄Ο όνος ακροάται σάλπιγγος ή όνος λύρας ακούων. Ένα γαϊδούρι ακούει σάλπιγγα καί 'Όνος λύρας ουκ επαίει, ουδέ σάλπιγγος ύς (ο γάϊδαρος δέν ξέρει από λύρα, ούτε τό γουρούνι από σάλπιγγα). Γι΄ αυτούς πού δέν γνωρίζουν τίποτε από μουσική.
Όνος εις ΄Αθήνας. Γαϊδούρι στήν΄Αθήνα, (γιά απαίδευτο πού βρίσκεται σέ χώρο πού δέν τού ταιριάζει).
΄Από όνων εφ΄ ίππους. Δήλωση κάποιας προαγωγής.
Όνος είς άχυρα. Γιά τούς αχόρταγους. ΄Ανάλογη «΄Αλεπού στό κοτέτσι».
Τά μακρά ώτα, όνον δηλούσι. Αυτονόητο.
Άλλα μέν Λεύκωνος όνος φέρει, άλλα δε Λεύκων.
Ανάλογη τής Νεοελληνικής, «΄Αλλιώς λογιάζει ο γάϊδαρος κι αλλιώς ο γαϊδουριάρης».
Περί όνου σκιάς.
Κάποιος νοίκιασε ένα γαϊδούρι γιά νά πάει στούς Δελφούς καί, μόλις έπιασε μεγάλη ζέστη, πήγε στήν σκιά τού γαϊδουριού αυτός πού τό νοίκιασε, ο ιδιοκτήτης, όμως, τού γαϊδάρου τά'βαλε μαζί του, λέγοντας του ότι «τόν γάϊδαρο σού νοίκιασα, όχι καί τήν σκιά του».΄Από εδώ καί η παροιμία γιά όσους μαλώνουν γιά πράγματα ευτελή κι ασήμαντα.
΄Αφ΄ ίππων επ' όνους.
΄Αντίστοιχη τής Νεοελληνικής «΄Από δήμαρχος κλητήρας» ή «απ΄τά ψηλά στά χαμηλά, κι΄απ΄τά πολλά στά λίγα».
΄Απ΄ όνου καταπεσείν.
Γιά κάποιον πού μπλέκει μέ υπαιτιοτητά του.΄Ωραίο λογοπαίγνιο γιατί διαβάζεται καί "από νού καταπόσεων", ή "από τό ξερό του τό κεφάλι" όπως θά λέγαμε σήμερα.
Εί μή δύναιο βούν, έλαυνε όνον.΄Αν δέν μπορείς νά έχεις βόδι, πάρε γαϊδούρι.
Ή κάμηλος ψωριώσα πολλών όνων άνατίθεται φορτία. Η ψωριάρα γκαμήλα σηκώνει φορτώματα πολλών γαϊδουριών
Υπό τή λεοντή, πάλιν ο όνος όγκήσεται
Τό γαϊδούρι κι' άν μασκαρευτεί λιοντάρι, πάλι θά γκαρίζει.
΄Ονω τίς έλεγε μύθον, ο δέ τά ώτα έπέσειεν.
Στό γαϊδούρι κάποιος έλεγε ένα παραμύθι, κι΄ αυτό κούναγε τ΄ αυτιά του.
Όνος ύεται
Τό γαϊδούρι βρέχεται. Πλήρης αδιαφορία. ΄Ανάλογο μέ τό σημερινό πέρα βρέχει!!!
‘Όνου πόκες* ή όνον κείρεις*. Πέκω* πακ-τόω (α>ε), πήγνημι ( = συναρμόζω), η αρχική σημασία του ήταν περί τού χτενίσματος τής κόμης - κτενίζω, ξαίνω. Κείρω* = κουρεύω (σχετίζεται μέ τήν περιποίηση τής κόμης), πεκτέω, πεκτήρ, πέκος, πέκκος (κτ>κκ), πέσκος (κτ>σκ), πόκος (ε>ο), ποκάς, ποκάζω, ποκίζω, Πόκιος, ποκοειδής, ποκόομαι, ποκάρι.΄Αντίστοιχο τού σημερινού "πιάσ΄ τ΄αυγό καί κούρεψ΄ το".
Όνος μέ ελάκτισεν καγώ λακτίσω τούτον; Μέ κλώτσησε ένα γαϊδούρι, πρέπει καί εγώ νά τό κλωτσήσω; Εισηγείται ανεκτικότητα καί υψηλόφρονη συμπεριφορά στίς κακές συμπεριφορές χυδαίων ανθρώπων. Τό διηγείται ο Διογένης ο Λαέρτιος επικαλούμενος τόν Δημήτριο τόν Βυζάντιο, πού τό θεωρούσε ότι ο Σωκράτης είχε πεί «εί δέ μέ όνος έλάκτισε, δίκην άν αύτώ έλάγχανον;».

Παραδόσεις – Προλήψεις

Ο Μάϊος θεωρείται ο μήνας πού ζευγαρώνουν τά γαϊδούρια καί γι΄ αυτό αποφεύγονται οι γάμοι τόν Μάϊο. Ο Λαός μας, λέει τήν συμβουλή: Μάη μήνα μή φυτέψεις, Μάη μή στεφανωθείς, Μάη μήνα μή δουλέψεις, Μάη μή ταξιδευτείς.
΄Ο γάϊδαρος διαθέτει, πλήν τής υπομονής, τής ανεξίτηλης μνήμης καί σημαντικά προσόντα «ανδρισμού». Εάν κρίνουμε από τό μέγεθος τού «εργαλείου» του, θά πρέπει καί τό «εργαλείο» τής γαϊδούρας νά είναι εξ΄ ίσου βαθύ. ΄Έτσι, η φράση «γκαστρώνει γαϊδούρα στόν ανήφορο» (λεγομένη γιά κάποιον πολύ στρέϊτ!) δηλώνει ότι όχι μόνον ευμέγεθες «εργαλείο» διαθέτει αλλά καί ισχύ εντονότατη. Τό μέγεθος τού «εργαλείου» παίζει ρόλο! Είχε εντυπωσιάσει τούς αρχαίους Έλληνες πού θυσίαζαν γαϊδάρους στούς Θεούς τής Γονιμότητας (Πάνα, Πρίαπο) στούς γάμους καί στίς σχετικές εορτές(Πριάπεια).



Φράσεις Γαϊδουρίσιες

Κατά φωνή κι' ο γάϊδαρος!
Περιμέναμε σάν τά γαϊδούρια στήν ουρά χωρίς νά μπορούμε νά κάνουμε τίποτε.΄Αντίστοιχη η τούρκικη φράση esek gibi.
Βρέ Γαϊδούρι : Βρέ ανάγωγε!
Κυπρέϊκο Γαϊδούρι: Μεγάλος γάϊδαρος!
Τί γαϊδουροφωνάρες είναι αυτές; Τί γκαρίζεις; Γιατί φωνάζεις;
Ταφή όνου: Άτιμη ταφή.
Μού φέρθηκε γαϊδουρινά ή Επέδειξε γαϊδουρινή συμπεριφορά.
Δέν ξέρει νά μοιράσει δυό γαϊδάρων άχυρα. Δείγμα πλήρους ανικανότητας. ΄Αντίστοιχες είναι οι φράσεις τής ομιλουμένης: «Δέν ξέρει τί τού γίνεται» καί «Δέν ξέρει πού τού πάν’ τά τέσσερα».
Σχετική είναι η αρχαία «ουδέ τά τρία Στησιχόρου  γνώναι»,  χαρακτηρισμός αγράμματου ανθρώπου. Δήλα δή αγνοεί τήν στροφή, τήν αντιστροφή, καί τήν επωδή.

Τί «λέει» τό ζώον;΄Ο Όνος ογκάται καί η φωνή του λέγεται ογκηθμός, ο γάϊδαρος γκαρίζει καί η φωνή του λέγεται γκάρισμα.‘Ογκάομαι > ονοματοποϊα από τό αλλεπάλληλο καί παρατεταμένο οααάγκαγκα… οαάγκαγκα!!! τού όνου. Τά α,ο, α, ο..άγκ.. οάγκ οάγκ.. από τήν θορυβώδη εισπνοή πρίν τό γκάρισμα- γκαρίζω, επί όνου ή όνων σέ συγχορδία σέ κατάσταση οίστρου ή επί συνεδριάσεων τινών γαϊδάρων - πού ποτέ τους δέν γίνονται κοπάδι - αφού ήδη είναι σταβλισμένοι καί συσιτίζονται από τό πρυτανείον στήν φάτνη τους.΄Ογκηθμητικός, όγκησις, όγκημα, ογκητικός, ογκητής, γκαρίζω, γκάρισμα, γκάϊντα, γκάϊδα, γάϊδαρος, γαϊδούρι, γαϊδουρινός, κόβαρος (ογ-κά-ομαι + βάρος, α>ο)- όνος.


Ποιό είναι τό φορτίο τού ζώου; (γαϊδάρου – ή Γομάρι) Τό γόμος (από τό γέμω) ελέγετο τό φορτίο κυρίως πλοίου αλλά καί τών φορτηγών ζώων (γαϊδουριών, μουλαριών).΄Από τόν γόμον τού πλοίου, τό φορτίο τού όνου δικαίως ονομάζονταν γομάριον, δηλαδή, μικρός γόμος καί αργότερα γομάριν > γομάρι. Κατά συνεκδοχήν τό ίδιο τό ζώον ονομάστηκε γομάρι. Έτσι λέει, ο Κώστας Βάρναλης στήν Μπαλάντα τού Κύρ - Μέντιου* :

-Είκοσι χρονώ γομάρι, σήκωσα όλο τό νταμάρι
κι΄έκτισα στήν εμπασιά, τού χωριού τήν εκκλησιά.
-Καί ζευγάρι μέ τό βόδι άλλο μπόϊ κι άλλο πόδι
όργωνα στά ρέματα τ΄ αφεντός τά στρέμματα.
-Καί στόν πόλεμο όλα γιά όλα κουβαλούσα πολυβόλα
νά σκοτώνονται οι λαοί γιά τ' αφέντη τό φαΐ.
΄
Ο Μέντιος* είναι ο «Μένδιος ή Μενδαίος Όνος» από τήν αρχαία πόλη Μένδη πού βρίσκεται στήν δυτική παραλία τής χερσονήσου Παλλήνης, στήν Χαλκιδική καί ιδρύθηκε από Ερετριείς αποίκους κατά τον 8ο αιώνα π. Χ. Η χρονολογία ίδρυσής της δέν είναι γνωστή, η παρουσία τών Ερετριέων καί Χαλκιδέων ωστόσο στόν βόρειο Έλλαδικό χώρο ανάγεται γενικά στό πλαίσιο τού Β' αποικισμού, τόν 8ο αιώνα π. Χ. Η πόλη οφείλει τό όνομά της στό αρωματικό φυτό μίνθη, ένα είδος μέντας, πού φύεται ακόμη στήν περιοχή. Η πλούσια ξυλεία, τό εύφορο έδαφος, τά πλούσια κοιτάσματα μεταλλευμάτων σέ χρυσό, ασήμι καί μολύβι, καί τό εμπόριο ανάμεσα σέ πόλεις τής Νότιας ‘Ελλάδας καί τού ‘Ελλήσποντου ώθησαν πολλές πόλεις νά ιδρύσουν αποικίες. Γύρω στίς αρχές τού 6ου αίώνα οι παραπάνω πόλεις ελέγχουν τό εμπόριο στήν περιοχή τής Μακεδονίας, καί οι εμπορικές συναλλαγές φτάνουν μέχρι τήν Κάτω Ιταλία. Οι Όνοι ήσαν τό κύριο εξαγωγικό προϊόν!!! τής Μένδης….


Τό ζώον (ο Γάϊδαρος) σάν επιβάτης:

Οι ΄Αρμένιοι κουβαλούσαν εμπορεύματα (στάρι καί κρασί) μέσω τού ποταμού Τίγρη ή Ευφράτη στήν Βαβυλώνα.΄Επειδή δέν μπορούσαν νά γυρίσουν πλέοντας κόντρα στό ρεύμα, κατασκεύαζαν δερμάτινες βάρκες σάν πελώριες ασπίδες.΄Ο σκελετός τους ήταν από ξύλα λυγαριάς. Τίς γέμιζαν εμπορεύματα καί έβαζαν καί έναν ζωντανό γάϊδαρο. Όταν έφθαναν στήν Βαβυλώνα πουλούσαν τόν σκελετό τής βάρκας καί τά εμπορεύματα, φόρτωναν τά δέρματα στόν γάϊδαρο καί γύριζαν διά ξηράς στόν τόπο τους.΄Ο γάϊδαρος δέν πετάει άλλα ταξιδεύει ώς επιβάτης. Μετά τού βγαίνει η πίστη! Τά σύγχρονα φουσκωτά δέν παίρνουν γαϊδάρους, πήραν όμως, τήν ιδέα από αυτή τήν ΄Αρμένικη εφεύρεση.
΄
Ο Γάϊδαρος στήν Διαπόμπευση

Ο γάϊδαρος έπαιζε πάντοτε πρωταγωνιστικό ρόλο στήν διαπόμπευση.΄Ο ονοβάτης ή η ονοβάτις, καθίζονταν ανάστροφα στόν γάϊδαρο καί βαστούσε τήν ουρά του. Συνηθίζονταν στό Βυζάντιο, αλλά επέζησε καί μέχρις εσχάτων, στήν Βλάστη τής Κοζάνης! Οι συνηθέστερες ονοβάτιδες ήσαν οι μοιχαλίδες, «όποια δέν κάθεται καλά καί κάνει εργολαβία στόν γάϊδαρο καί στόν παπά καί στήν αστυνομία».

΄Ο Γάϊδαρος Παιχνίδι!

Η Μακρυά Γαϊδούρα! όπως καί η Ουρά της, εκτός από Μακρυά είναι καί Παιδικό Παιχνίδι!!! Ρωτήστε τούς μεγαλύτερους στήν ηλικία εάν τά «έπαιξαν» σάν Παιδιά, νά σάς ‘πούν περισσότερα

΄Ο Γάϊδαρος Τηλέφωνο!

Ναί, όσο παράξενο κι αν φαίνεται, σήμερα ο Γάϊδαρος είναι καί τηλέφωνο ή μάλλον καί τηλεφωνική εταιρία, αφού διαθέτει ανάλογο άϊ κιού IQ καί σχετικό κράξιμο.. δέν βλέπετε τήν ρεκλάμα τής τηλεκανίβαλης;

Γαϊδουρίσια Σύνθετα, Παράγωγα:

Γαϊδουροκαβαλαρία: Μετακίνηση προσώπων μέ γαϊδούρια.
Γαϊδουράγκαθο: φυτό μέ ακανθώδες άνθος.΄Εξαίρετη τροφή γαϊδάρων.
Γαϊδουριά: Συμπεριφορά γαϊδάρου.΄Ο΄Ασεβής, η ανάρμοστη συμπεριφορά.
Γαϊδουρεύω: ρήμα συνώνυμο τού αποθρασύνομαι.
Γαϊδουροφωνάρα: Κακόηχη καί δυνατή φωνή.
Γαϊδουροκαλόκαιρο: Καλοκαιρία στό Φθινόπωρο.
Γαϊδουρόβηχας: Έντονος καί οξύς βήχας.
Γαϊδουρογαϊδαρος:΄Ο υπερθετικός τού αναίσχυντου.
Γαϊδουριάρης: Αυτός πού τραβάει τό γαϊδούρι, μεταφορέας.
΄Ονηλάτης: Γαϊδουριάρης (όνος + ελαύνω).


Πετάει ο γάϊδαρος;

Ερώτηση πού, εάν υποβληθεί από υπαξιωματικό Κέντρου Εκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων, απαιτείται η απάντηση: «Πετάει μέ τό σαμάρι!!! παίρνει καί επιβάτες, κυρ -Λουχία!!!».

Επώνυμα - Κύρια ονόματα: Ονομάγουλος, Ονούφριος.


Κι όλα αυτά τά λίγα γιά τόν Γάϊδαρο, σάν ένα ελάχιστο αφιέρωμα στόν ΄Αγαπημένο Πρωταγωνιστή τών Μύθων τού Αισώπου καί τών δικών μας συμπεριφορών.. ενίοτε!.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: